Στο Μεροβίγλι

Διηγήση Νικόλαου Ζέρα

 

Πάνω στο Μεροβίγλι είναι μια φουντάνα. Εκεί δύο Τούρκοι είχαν ένα Χριστιανό πισώπλατα δεμένο και έκατσαν να ξεϊδρώσουν. Ο ένας Τούρκος δίψασε και έβγαλε το παγούρι του και κατέβη στη φουντάνα, να πιει. Ο άλλος έστριψε προς τα Ψαρά και είπε: «Α! Γκιαούριδες και πού θα μας τα πάτε≈». Ο Χριστιανός καθώς ήταν δεμένος πιάνει το πιστόλι του Τούρκου και ρίχνει μια αυτουνού στη ράχη και πάρε τον κάτω. Ο άλλος που ήταν μέσα στη φουντάνα, έτρεξε να ανέβει πάνω, μα ο Χριστιανός από πάνω δάγκωνε τα χέρια του, εκεί που έπιανε αυτός τα πελεκητά, κι απ τον πόνο αφήνει τα χέρια του και έπεσε μέσα και πνίγηκε.

...>>Αρχή<<...


Στο Διαπόρι

 

Στην επανάσταση οι Τούρκοι έτρεχαν στο χωριό και έσφαζαν τους ανθρώπους. Όταν μάθανε οι χωριανοί ότι έρχονται τρέξανε για να κρυφτούνε και επήγανε στο Διαπόρι.

Το Διαπόρι είναι ένα νησάκι μέσα βαθιά στη θάλασσα ως μισή ώρα από την ακρογιαλιά, και είναι όλο βράχια γεμάτα από βαθιές σπηλιές.
Τότε δύο - τρεις άνθρωποι πήγαν εκεί με μια βάρκα, την δέσανε από πίσω, την έδεσαν και οι άλλοι από μπροστά και έμπαιναν μέσα δύο - δύο, τρεις – τρεις και τους τραβούσαν εκείνοι που ήταν στο νησί ενώ οι άλλοι αφήνανε το σκοινί, ύστερα πάλι τραβούσαν το σκοινί και ερχόταν η βάρκα πίσω.

Έτσι βάλανε μέσα ότι θέλανε φαγώσιμο, σιτάρια, λάδια, κουκιά και κουβαλήσανε και όλους τους γέρους, τις γυναίκες και τα παιδάκια και από έξω φυλάγανε οι άντρες. Δύο – τρία παλικάρια πήγαιναν στο χωριό τη νύχτα, διότι φύλαγαν οι Τούρκοι, και έπαιρναν από τα σπίτια σιτάρια κι ότι έβρισκαν και τα πήγαιναν στο Διαπόρι.
Επάνω στο Διαπόρι γέννησε μια γυναίκα και το παιδάκι το βαφτίσανε μέσα σ’ ένα γλαστρόκωλο (πηθμή πήλινου αγγείου). Έτσι περνούσαν στο Διαπόρι, ως που ήρθαν καΐκια απ τα Ψαρά και τους πήραν.
Τις ημέρας που ήταν στο Διαπόρι ένας χωριανός γύριζα μέσα σ ένα ποταμό, για να κρυφτεί κάπου, γιατί έμεινα τελευταίος από όλους και δεν ήξερε ότι οι άλλοι πήγαν στο Διαπόρι. Μέσα στο ποταμό βρήκε ένα Τούρκο. Ο Τούρκος όταν τον είδε, έκανε τον κουτσό, πως τον πονάει το πόδι του και του φώναξε να τον σηκώσει, να τον πάει στο χωριό. Ο κακομοίρης ο άνθρωπος τον σήκωσε και τον ανέβαζε σε μια ανηφόρα. Εκεί πέρασε από ένα πηγάδι, ο Τούρκος διψούσε και του πε να κατέβει για να του φέρει νερό να πιει. Ο άνθρωπος κατέβη και γέμισε το παγούρι του νερό, μα σαν ανέβηκε του χύθηκε. Ύστερα ξανακατέβηκε, μα πάλι του χύθηκε. Τότε ο Τούρκος κατέβη μονάχος του στο πηγάδι για να πιει. Ο χωρικός τότε, την ώρα που έπινε ο Τούρκος, γκρέμισε όλα τα χείλια του πηγαδιού και τον σκότωσε μέσα στο πηγάδι. Ύστερα έφυγε και πήγε στο Διαπόρι και είπε την ιστορία και στους άλλους.

...>>Αρχή<<...



Τα Μπαϊράκια

Διήγηση Γεωργίου Ταπεινού

 

Σαν ήρθαν οι Τούρκοι στα χωριά και το μάθανε οι Μεστούσοι, κρυφτήκαν μέσα στις βόττες (Θολωτοί οικισμοί) .
Ήταν πολλά μπαϊράκια (τάγματα) Τούρκοι, κάθε μπαϊράκι 70 Τούρκοι. Λοιπόν ένα μπαϊράκι έπιασε του Τσιόκου τη κόρη και ο πατέρας της τους έδινε200 γρόσα να την αφήσουν, αλλά αυτοί δεν ήθελαν.
Ύστερα ήρθε ένα άλλο μπαϊράκι απ τους Ολύμπους και τους είπαν να αφήσουν την κόρη. Αυτοί δεν ήθελαν, τσακώθηκαν και τέλος το μπαϊράκι των Ολύμπων νίκησε το άλλο και πήρε τα 200 γρόσα και άφησαν την κόρη.
Ο πρώτος του μπαϊρακιού ήταν στεναχωρημένος που ήταν θεριακλής του καφέ και είχε μια βδομάδα να πιει καφέ.
Ένας Μεστούσης, ο Ηλίας ο Πιπήδης, τον ρώτησε: «Γιατί είσαι στεναχωρημένος ;» Του λέει εκείνος: «Γιατί έχω μια βδομάδα να πιω καφέ». Του λέει: «Εγώ θα σου ψήσω». Και του έψησε εφτά καφέδες και τους ήπιε όλους.
Του λέει τότε ο Τούρκος:«Για τη χάρη που μου έκανες, αν έχεις γυναίκα και παιδιά να φύγεις γιατί έως ότου βρίσκουμε Χωραΐτες, θα σφάζουμε τους Χωραΐτες, ύστερα θα πιάσουμε και τους Χωριάτες».
Τότε, λοιπόν, ο Ηλίας ο Πιπίδης, έβαλε ανθρώπους, και πήγαν παραθαλάσσια και άναψαν φωτιές στη Μερικούντα, στη Φαρκουνιά και στο Πέτασο.
Ο Καπετάν Μιαούλης είδε τις φωτιές, και πήγε και άραξε στη Μερικούντα. Τότε πήγε ο Πιπίδης, και του πε ο Καπετάν Μιαούλης:«Τι ζητάς εδώ ;» Ο Ηλίας του λέει:«έχω 10.000 κόσμο, και μας έχουν οι Τούρκοι μπλοκαρισμένους, και πώς να φύγουμε ;» Ο Καπετάν Μιαούλης του λέει:«Εγώ να βγάλω 50 παλικάρια να βγάλω τους Τούρκους να φύγουν, μα να μου δώσεις μια εγγύηση, να μην είναι κανένας προδότης». Και ο Πιπίδης του λέει:«Ποιόν να σου δώσω εγγύηση , που δεν έχω κανένα ;» Του λέει ο Μιαούλης:«Δεν θέλω από ανθρώπους εγγύηση εν ώρα κρίσης. Να δώσεις λόγω».
Και έτσι ο Καπετάν Μιαούλης έβγαλε 50 παλικάρια και πήγαν στο χωριό.
Έναν κάρτο έξω από το χωριό είδαν ένα Τούρκο να κυνηγάει μια γυναίκα και τον έπιασαν. Αυτός βαστούσε πιστόλες μαλαματένιες και τα παλικάρια μάλωναν, ποιος θα τις πάρει και έτσι τους έκοψε ο Τούρκος και πήγε στο χωριό και φώναξε:«Χιρσί μπαστί μπισδέ –κλέφτες μας επατήσανε-». Όταν το άκουσαν οι Τούρκοι έφυγαν απ το χωριό αλλά οι άνθρωποι είχαν μπει μέσα στου Καπετάν Μιαούλη τα καράβια και πήγαν στα νησιά Σύρο, Τήνο, Μύκονο και Άνδρο. Μετά από έξι μήνες ήρθαν πάλι στα Μεστά, και έκλεισαν ειρήνη.

...>>Αρχή<<...


Η Διήγηση του Μιχάλη Σχολιάδη

 

Στα Γιουρούσια, παιδάκι μου, ήμουν 15 χρονών. Οι Τούρκοι φανήκαν στο χωριό μας Μεγάλη Πέμπτη απ τα Αρμόλια, γιατί κυνηγούσαν Χωραΐτες κι όσους άφησαν τα Άσπρα χώματα για τα μέρη μας.
Εμείς φύγαμε στη εξοχή, εκεί στη κακιά σκάλα και έπιασαν όσους πρόφταναν απ τα άλλα χωριά στα σπίτια μας. Ο πατέρας μου ήρθε απ τα δώματα. Εκεί ήταν τα Σπετσονυδριώτικα καΐκια Μη ρωτάς πείνα≈ Τα κουκιά δύο γρόσα η οκά! Το κρέας τρία!
Μετά από κάποιες μέρες ήρθαν οι Νυδραίοι. Τότε ήρθε στο χωριό ένας Τούρκος ντόπιος, που τον έστειλαν να κατασκοπεύσει. Μέσα στου Ηλία Πιπίδη, που του έδωσε καφέ και του πε:«Αχ, βρε Γκιαούρη, ξεκουράστηκα, γι’ αυτό σου δίνω μια συμβουλή. Φύγε γιατί έρχονται τα μπουλούκια!».
Ήρθαν εδώ τα Ταγκαλάκια, και είχαν κλειστεί στ Ασπρόγεια καμιά δεκαπενταριά παλικάρια, και είχαν πιάσει τρεις. Μετά πήγαν στους Ολύμπους. Εμείς είχαμε φορτωμένα τέσσερα μουλάρια τα σκεύη του σπιτιού. Τότε τα Μεστά είχαν 5000 κατοίκους. Μες στα καΐκια που να χωρέσει τόσος κόσμος≈ Πλησμονή παιδιά είδαμε στους δρόμους. Από φύγαμε και επήγαμε στη Μερικούντα. Η αρμάδα ναύλο δεν μας πήρε και φύγαμε για τα Ψαρά.
Ύστερα που έκαψε του Πασά το καράβι ο Κανάρης, έβαλαν μαχαίρι στα Μεστά και έσφαξαν και το Λαλά και πήραν τη φαμελιά του σκλάβα ενώ το γέρο τον σφάξανε μες στο Χριστό από το σβέρκο και κρεμόταν το κεφάλι του από το καρύδι.
Κάψανε και το Ταξιάρχη, βάλανε φωτιά και του Χριστού, μα δεν κάηκε, μόνο οι Άγιοι Απόστολοι κάηκαν.
Χάλασαν μόνο ξένους γιατί οι δικοί μας φύγανε στην αρμάδα που ήταν ο Μιαούλης. Βρήκαν 17 ξένες γυναίκες σ’ ένα σπίτι, σκοτώσαν το Χατζή – Κωσταντή, μα ο Σέργης που ήταν Τουρκομαθής και τους έκανε τον τραγουμάνο, πήρε απ τα χέρια τους με το ζόρι την αγαπητικιά του, ύστερα ήρθε στη κακιά σκάλα και του κόλλησαν οι Τούρκοι. Ένας άλλος πάλι, ο Μιχάλης ο Τσόκος, πέφτει στο κολύμπι ενώ ένας Τούρκος με το μαχαίρι στο στόμα πέφτει στο γιαλό από πίσω του, αλλά ο Μιχάλης πιάστηκε μαζί του και του παίρνει το μαχαίρι. Έτρεξαν τότε οι Τούρκοι στο γιαλό και του παν να του δώσει τη ζωή, και τον πήγαν στην Κριόνα, και αυτός έφυγε από 40 Τούρκους μέσα μόνο ένας πρόλαβε και του πήρε τα τέσσερα δάχτυλα. Από κεί πήγε στο γιαλό, σ’ ένα φραγκοκάραβο, ενώ πρώτα δεν τον ήθελαν ύστερα τον πήραν.
Μια γυναίκα σώθηκε κολυμπώντας, η Κοκκαλιάδαινα. Εμείς επήγαμε στα Ψαρά. Από εκεί μετά από κάποιες μέρες φορτώνει ένα καράβι του καπετάν Γιάννη Καμπουράκη, και μας πήρε για την Κόρινθο έπειτα από κει στην Αίγινα, Άνδρο, Νάξο και Σαντορίνη. Ύστερα αργά πια ήρθαμε εδώ που είχαν ησυχάσει τα πράγματα.

...>>Αρχή<<...

Διηγήσεις από το βιβλίο του:
Στυλιανού Γ. Βίου
«Η Σφαγή της Χίου»