Αμανέδες


Χώμα Μεστούσικο κρατώ
Και το χω φυλαχτό μου
Να μη ξεχάσω όσο ζω
Το όμορφο χωριό μου

Σα μπαίνεις μέσα στο χωριό
Βρίσκεις τον εαυτό σου
Γιατί γυρνάς στις ρίζες σου
Και στο παρελθόν σου

Ήθελα να ήμουν ο Θεός
Να κάνω ότι θέλω
Τα Μεστουσάκια όλης της γης
Εδώ για να τα φέρω

Χιλιάδες μίλια έκανα
Να ρθώ για να γλεντήσω
Να πιω ρακί Μεστούσικο
Και να σας τραγουδήσω

Στα καλντερίμια του χωριού
Περνώ κι όλο κοιτάζω
Βλέπω τα σπίτια αδειανά
Και βαριασταινάζω

Που πήγαν όλοι οι άνθρωποι
Πως πέρασαν τα χρόνια
Γι’ αυτό γλεντάτε τη ζωή
Γιατί δεν είναι αιώνια

Από τον καρβουνόλακο
Φαίνεται ο λιμένας
Κι αν δεν με πιστεύεται
Προβάλετε να δείτε

 
{Για τους Αμανέδες ευχαριστούμε
τον κ. Νικόλα Αλμυρούδη}

Το ποιήμα του χωριού

 

Ήταν εννέα τα χωριά και εμείς τα κάναμε ένα
Μας έκλεβαν οι πειρατές δεν άφηναν κανένα
Μέσ’ τις σπηλιές κρυβότανε να σώσουν τη ζωή τους
Νέους και νέες διάλεγαν τους έπαιρναν μαζί τους
Μαζί με άλλους κλέψανε και του παπά την κόρη
Πήγαν και τους μπαρκάρανε δίπλα από το Διαπόρι

Απ΄ τα χωριά μας όλους τους κουβαλούσανε
Στα σκλαβοπάζαρα τους επουλούσανε .

Ο παπά Βεργής σαν τ’ άκουσε πλέον δεν περιμένει,
επήρε βόλτα μόνος του και στα χωριά πηγαίνει.
Μου κλέψανε την κόρη μου την μονοθυγατέρα
Κι’ όλους τους κουβαλήσανε μέσα σε μια μπρατσέρα
Τους δημογέροντες ζητώ για να συγκεντρωθούμε
Να κάνουμε συμβούλιο να δούμε τι θα πούμε
Και το συμβούλιο έγινε μες τον παλιό ταξιάρχη
Που μοναστήρι ήτανε και τώρα δεν υπάρχει
Έκανε μιαν παράκληση κι όλοι λειτουργηθήκαν
Κι απ’ τα εννέα τα χωριά κάτσαν και συσκεφθήκαν
Κάνετε φρούριο χωριό όλοι για να σωθούμε
Γιατί σε λίγο διάστημα θα εξαφανιστούμε

Οι πειρατές που θα έρχονται να είμαστε κλεισμένοι
Γιατί έτσι όπως είμαστε, είμαστε εκτεθειμένοι
Πολλά λιμάνια έχουμε κι έρχονται τα καΐκια
Και τα γεμίζουν συνεχώς απ’ τα δικά μας σπίτια
Όταν ακούμε πειρατές τρέχουμε να σωθούμε
Μπαίνουν αυτοί στα σπίτια μας κι όλα τα κουβαλούνε
Απ΄ τα δικά μας τα χωριά, κλαίνε νύχτα και μέρα
Μανάδες με πολλά παιδιά μένουν χωρίς πατέρα
Πρέπει να χτίσουμε χωριό εδώ πουν το πηγάδι
Πουν και ο Ταξιάρχης μας όλους να μας φυλάγει.

Οι πειρατές εκλέβανε και αυτούς τους καλογέρους
Όλους τους νέους έπαιρναν και άφηναν τους γέρους
Κι’ οι καλογέροι τα έδωσαν Μονή και εκκλησίες
Για να σωθούνε όλοι από τις πειρατείες
Εις τον Ταξιάρχη προσοχή διότι κάνει θαύματα
Τον βλέπεις ολοζώντανο όταν του κάνεις τάματα
Θα είναι και προστάτης σας θά’ναι πάντα κοντά σας
Θα σας φυλάγει πάντοτε θάναι παρηγοριά σας
Κι απ΄ τα πολλά συμβούλια που γίνανε πιο μπροστά
Μέστωσε η ιδέα τους και τόβγαλαν Μεστά
Τ’ όνομα το διαλέξανε οι λίγοι μοναχοί
Που μες τη μέση ήτανε αυτή η περιοχή
Να κάνουνε ένα φρούριο που νάνε ένα σωτήριο
Κι όταν το δουν τα άλλα τα χωριά να κάνουνε το ίδιο,
Ανθρώπους, ζώα, τρόφιμα να τάχουνε κλειστά
Να δώσουμε παράδειγμα εμείς απ ΄τα Μεστά

Επήραν την απόφαση να το ανοικοδομήσουν΄
Βυζαντινούς εφέρανε να τους καθοδηγήσουν
Είκοσι χρόνια δούλευαν για να το τελειώσουν
Οι πειρατές δεν πρόλαβαν για να τους εξοντώσουν
Μέρα και νύχτα δούλευαν, το φρούριο το φτιάξαν
Οι πειρατές που τόδανε δεν τους ξαναπειράξαν
όλοι οι Χιώτες ήρθανε το φρούριο να θαυμάσουν
και στα δικά τους τα χωριά το ίδιο για να φτιάξουν
όλοι μας κουραστήκαμε αλλά για το καλό μας
το πρώτο φρούριο χωριό έγινε το δικό μας,
γιαυτό κάναμε φρούριο απ’ όλους πιο μπροστά
στη Χίο και του δώσαμε το όνομα Μεστά.